σιδερώνω

σιδερώνω
μετ. гладить, утюжить

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "σιδερώνω" в других словарях:

  • σιδερώνω — σιδερώνω, σιδέρωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σιδερώνω — σιδέρωσα, σιδερώθηκα, σιδερωμένος, κάνω λεία την επιφάνεια ενός υφάσματος: Φοράει πάντα σιδερωμένο παντελόνι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ιδέρωμα — το, Ν [σιδερώνω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σιδερώνω, η ομάλυνση και στίλβωση υφασμάτινων και δερμάτινων επιφανειών ύστερα από πίεση με θερμό σίδερο 2. η προσαρμογή σιδερένιων εξαρτημάτων σε ξύλινες πόρτες ή παράθυρα 3. βοτ. αρρώστια τών …   Dictionary of Greek

  • πατώ — και πατάω / πατῶ, έω και αιολ. τ. πάτημι, ΝΜΑ 1. έχω ή βάζω το πόδι μου πάνω σε κάτι, σε έναν τόπο ή σε ένα αντικείμενο (α. «πάτησα ένα καρφί» β. «χῶρος οὐχ ἁγνὸς πατεῑν», Σοφ.) 2. λεηλατώ, διαρπάζω, κυριεύω (α. «πατήσανε το κάστρο» β. «πόλιν...… …   Dictionary of Greek

  • σίδηρος — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Fe·ανήκει στην όγδοη ομάδα του περιοδικού συστήματος, έχει ατομικό αριθμό 26, ατομικό βάρος 55,85, σημείο τήξης 15300C, σημείο ζέσης 27350C, ειδικό βάρος 7,86, τέσσερα σταθερά ισότοπα και τρία ραδιενεργά. Ο σ. μεταξύ… …   Dictionary of Greek

  • σιδερωτήριο — και σιδηρωτήριο, το, Ν 1. ηλεκτρική συσκευή για σιδέρωμα 2. κατάστημα όπου σιδερώνονται τα ρούχα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιδερώνω + επίθημα τήριο (πρβλ. στεγνω τήριο)] …   Dictionary of Greek

  • σιδερωτής — και σιδηρωτής, ο, θηλ. ώτρα και ώτρια, Ν αυτός που έχει ως επάγγελμα το σιδέρωμα ρούχων. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιδερώνω. Το θηλ. σιδερώτρια μαρτυρείται από το 1889 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν τού Νικ. Κοντοπούλου] …   Dictionary of Greek

  • σιδερωτός — ή, ό, Ν [σιδερώνω] 1. (για ρούχα) αυτός τού οποίου η επιφάνεια έχει ομαλυνθεί και στιλβωθεί με θερμό σίδερο, αυτός που έχει σιδερωθεί 2. (για ξύλινες πόρτες ή παράθυρα) αυτός που έχει ενισχυθεί ή στερεωθεί με σιδερένια εξαρτήματα …   Dictionary of Greek

  • σιδερώστρα — η, Ν είδος μακρόστενου τραπεζιού, συνήθως πτυσσόμενου ή ρυθμιζόμενου, που χρησιμοποιείται στο σιδέρωμα των ρούχων. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιδερώνω + επίθημα στρα (πρβλ. απλώ στρα)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»